ΤΑ ΔΥΟ ΧΩΡΙΑ

 

Πάνω ἀπ’ τή Χώρα στήν ψηλή μεριά, πού ἀητοφωληά θαρρεῖς ἀπό μακρυά,

Μέσ’ ἕνα ρέμα,

Ξαπλώνουνται σάν χιόνια στό βουνό  καί λάμπουν σάν μ’ ἀσήμι φωτεινό

Τῆς Τήνου στέμμα,

 

Τά δυό Χωριά, Γαλήνιο, χαρωπό, λές, πάνω ἀπ’ τ’ ἄλλα, μοιάζει με σκοπό

Πού τά φυλάει.

Στήν κρυσταλλένια βρύση του, θαρρεῖς, λευκή νεράϊδα παίζει ὁλημερίς

Καί σοῦ γελάει.

 

Στήν βρύση ἐκείνη ἐκάθησα κι’ ἐγῶ καί στό νερό θωρῶντας τό γοργό,

Σάν λάμψη ὀνείρου,

Ὁλόξανθη νά πλένη κοπελλιά, θυμήθηκα τά χρόνια τά παληά

Τοῦ θείου Ὁμήρου.

 

Ἦταν πρωῒ. Στό χωριουδάκι αὐτό, φυσοῦσε μελτεμάκι χαϊδευτὀ,

Λεπτό, βουνίσιο.

Καί στήν εὐλογημένη του πνοή, ἔνοιωσα στήν ψυχή γιά τήν ζωή

Πόθο περίσσιο.

 

Ἀπό ‘να πεζουλάκι του ψηλό, πρός τό νησάκι στρέφω τό ἀπαλό

Καί τό κυττάζω.

Ἀπ’ τή στιγμήν ἐκείνη πειό πολύ ἀγάπησα τήν Τῆνο τήν καλή

Καί τήν δοξάζω.

Γ. ΣΤΡΑΤΗΓΗΣ – Τραγούδια του νησιού (Αθῆνα 1908)